ουσ. περίοδος, διάρκεια


However, it is expected of them to be modern women just for “a certain period of time”.
Ωστόσο, αναμένεται από αυτές να είναι μοντέρνες μόνο για "ένα ορισμένο χρονικό διάστημα".
发音 发音 发音 Report Error!
Ultimately, they looked for a husband and I was only in Japan for a period of time.
Τελικά αναζητούσαν ένα σύζυγο και εγώ ήμουν στην Ιαπωνία μόνο για ένα χρονικό διάστημα.
发音 发音 发音 Report Error!
She is also famous because she has been ruling Britain for 60 years, which is the longest period of time that any British monarch has ruled for.
Είναι επίσης γνωστή γιατί κυβερνάει την Βρετανία εδώ και 60 χρόνια, το οποίο είναι το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που κάποιος Βρετανός μονάρχης έχει κυβερνήσει.
发音 发音 发音 Report Error!
During this period of bad weather, they had been playing the music to the animals more than usual.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κακοκαιρίας,, έπαιζαν τη μουσική στα ζώα περισσότερο από ότι συνήθως.
发音 发音 发音 Report Error!
They will have been living in the wild for a long period of time by the time they finish their expedition.
Θα έχουν ζήσει στην άγρια φύση για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι τη στιγμή που θα τελειώσουν την εκστρατεία τους.
发音 发音 发音 Report Error!
You can't replace the comma with a period in this sentence.
Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις το κόμμα με μια τέλεια σε αυτήν την πρόταση.
发音 发音 发音 Report Error!
We also agree with the need to strengthen data protection for a certain period.
Συμφωνούμε επίσης με την ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία των δεδομένων για μια συγκεκριμένη περίοδο.
发音 发音 发音 Report Error!
The current financial crisis has highlighted the problems of having such a long period for a financial framework.
" παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε το πρόβλημα της μεγάλης διάρκειας του δημοσιονομικού πλαισίου.
发音 发音 发音 Report Error!
To put it rather imprecisely, these are also monopolistic bodies, which have been established over a period of decades.
Θα έλεγα, μιλώντας με όχι και τόσο μεγάλη ακρίβεια, ότι οι τελευταίες είναι και αυτές μονοπωλιακοί φορείς που έχουν συσταθεί σε μια περίοδο δεκαετιών.
发音 发音 发音 Report Error!
Two missions to Poland were undertaken during the harvest period.
Κατά την περίοδο συγκομιδής, απεστάλησαν δύο αποστολές στην Πολωνία.
发音 发音 发音 Report Error!


1. cycle: course
2. duration: age, day, epoch, era, interval, term, time

dictionary extension